Στον Αναβάτο της Χίου υπήρχε η Σμαράγδα, που ήταν η τελευταία κάτοικός του. Ζούσε στον Ανάβατο τα τελευταία 35 χρόνια. Είχε έρθει από την Αθήνα, επιστρέφοντας στις ρίζες του πατέρα της, όπως συνήθιζε να λέει.
Εγώ τη γνώριζα από μικρή, επειδή κι εγώ έχω ρίζες από αυτό το χωριό. Θυμάμαι μια λεπτή κυρία, γεμάτη αισθήματα και καλοσύνη, με όμορφα ρούχα, πάντοτε περιποιημένη.
Το χόμπι της ήταν οι πολύτιμες πέτρες. Τις μετέτρεπε σε πρωτότυπα κοσμήματα για την τότε εποχή, αφού οι λιγοστοί κάτοικοι που είχαν απομείνει ήταν άνθρωποι της γης, αγρότες και μελισσοκόμοι και οι ασχολίες τους ήταν διαφορετικές από τις δικές της .Εγώ έβρισκα μεγάλο ενδιαφέρον στην τεχνική των κοσμημάτων και όσο εκείνη καθόταν στην αυλή του Ταξιάρχη, στο μικρό της τραπεζάκι, δημιουργούσε αριστουργήματα και μου εξηγούσε πόση τύχη φέρνουν οι πολύτιμοι λίθοι και τη σημασία της κάθε πέτρας σύμφωνα με το χρώμα της.
Μου μιλούσε συχνά για το κεχριμπάρι, με το ζεστό χρυσοκίτρινο χρώμα του, που συμβολίζει τη θετική ενέργεια. Για τον αχάτη, που τον συναντούσε κανείς σε αποχρώσεις του γαλάζιου, του πράσινου, και του λευκού και που, όπως έλεγε, χαρίζει δύναμη και σταθερότητα. Και για το κόκκινο κοράλλι, το οποίο θεωρούσε σύμβολο ζωής, θάρρους και αγάπης, ενώ πίστευε πως προστατεύει από κάθε κακό. Άκουγα τις ιστορίες της με θαυμασμό και κάθε πέτρα στα χέρια της έμοιαζε να αποκτά τη δική της ψυχή.
Τα τελευταία χρόνια δεν επισκεπτόμουν τον Ανάβατο, όμως πάντοτε μάθαινα νέα της. Πριν από κανένα εξάμηνο αποφάσισα να πάω ένα κυριακάτικο πρωινό να περπατήσω και να θυμηθώ μνήμες που κρατώ στην καρδιά μου μέσα από εκείνο το χωριό και από τους αληθινούς ανθρώπους που ζούσαν εκεί.
Τη συνάντησα στην αυλή του σπιτιού της, καθισμένη, λίγο ανήμπορη πια, αλλά το ίδιο ευγενική και φιλόξενη.
«Τι κάνεις, κυρά Σμαράγδα; Με θυμάσαι;» τη ρώτησα.
Με κοίταξε με ένα βλέμμα που προσπαθούσε να θυμηθεί.
«Θύμισέ μου εσύ», μου λέει, «γιατί πέρασαν τα χρόνια».
Δύο-τρεις λέξεις χρησιμοποίησα από εκείνες που μου έλεγε στα πρώτα χρόνια της γνωριμίας μας. Αμέσως ένα μεγάλο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της. Σηκώθηκε και με αργά βήματα κατευθύνθηκε μέσα στο σπίτι της.
«Περίμενε», μου λέει.
Πήγε και μου έφερε ένα μικρό πουγκί, από αυτά που χρησιμοποιούν στους γάμους για να βάλουν το ρύζι. Είχε μέσα μερικά απομεινάρια από εκείνες τις πέτρες με τις οποίες έφτιαχνε τα κοσμήματά της.
«Πάρ’ τες», μου λέει. «Δικές σου είναι. Εγώ τι να τις κάνω πια; Κράτησέ τες να με θυμάσαι.»
«Μα έχω», της είπα, «τόσες αναμνήσεις να σε θυμάμαι. Έχω κι αυτές που μου είχες χαρίσει όταν σε γνώρισα.»
«Κράτησέ τες που σου λέω», επέμενε, με ένα περίεργο νεύμα και μια ξεχωριστή λάμψη στα μάτια της.
«Θα ξανάρθω να σε δω», της λέω. «Τι να σου φέρω;»
«Δεν θέλω τίποτα», μου απάντησε. «Έχω από όλα. Θέλω όλος ο κόσμος να είναι καλά, όσοι με γνωρίζουν, με αγαπούν και ρωτούν για μένα.»
Αυτή ήταν η κυρά Σμαράγδα.
Ήρθε, έζησε και έφυγε αθόρυβα, σαν το αερικό, με μια αγκαλιά ανοιχτή για όλους όσους γνώριζε και μια καρδιά γεμάτη αγάπη.
Θα μπορούσε άνετα να ονομαστεί:
Η Κυρά του Αναβάτου.
Καλό ταξίδι, αγαπημένη μου.
Θα λείψει σε όλους μας η παρουσία σου.
Ο Ανάβατος είναι το χωριό της καρδιάς μου και πάντα ένα μεγάλο κομμάτι του εαυτού μου θα συνοδεύει όλους εσάς που αγάπησα και με αγαπήσατε αληθινά.
Θα σε θυμάμαι πάντα …
Κρητικού Βαλεντία












































































































